Η γιαγιά μου η Αθήνα κι άλλα κείμενα – Κώστας Ταχτσής
Η γιαγιά μου η Αθήνα κι άλλα κείμενα – Κώστας Ταχτσής
[...]
Εκείνο το μεσημέρι του μίλησα για την υποχρέωση που είχε να κάνει μία δήλωση διαμαρτυρίας. Δεν ήμουν βέβαια ο μόνος. Όλοι τον πίεζαν. Μα ο Σεφέρης δίσταζε. <<Μα μπρε Ταχτσή>>, μου λέει, <<πιστεύεις και συ σ’ αυτά τα πράματα;>> <<Όχι. Αλλά δεν είναι ώρα για τέτοιες μεμψιμοιρίες. Πρέπει να κάνουμε ότι περνάει απ΄το χέρι μας.>> <<Και νομίζεις ότι θα χει κανένα αποτέλεσμα;>> <<Τι διάβολο>>, του λέω. <<Κοτζάμ Νόμπελ. Κι άλλωστε αυτό που έχει σημασία είναι η χειρονομία.>> Αλλ’ ο Σεφέρης εξακολούθησε να διστάζει. Τώρα διαβάζω αυτό το εξαίσιο ποίημα, την Ελένη, εμπνευσμένο απ’ τον Ευρυπίδη – εις γην εναλίαν Κύπρον, ου μ’ εθέσπισεν οικείν Απόλλων – και νομίζω ότι μαντεύω κάτι απ’ τα αισθήματα που πρέπει να τον συνείχαν. Ο Σεφέρης την ήξερε καλά την Ελλάδα, κι ήταν φυσικό να 'χει ενδοιασμούς. Φοβότανε μήπως έφτανε πάλι μία μέρα κάποιος μαντατοφόρος για να πει πως και τούτη τη φορά είχαμε αγωνιστεί <<για ένα πουκάμισο αδειανό>>, για κάτι που <<είδωλον ην>>. Κι ίσως γι’ αυτό να ήταν τόσο βαθιά απογοητευμένος. Το μόνο που ποθούσε πια ήταν να τον αφήσουν να πεθάνει ήσυχός στην Ελλάδα. Γι’ αυτό κι όταν πήγε στην Αμερική τέλη του ’68, κι οι διαμαρτυρίες των αμερικανών φοιτητών τον έκαναν να υπερνικήσει τους τελευταίους δισταγμούς του, περίμενε να επιστρέψει πρώτα, κι ύστερα να μιλήσει, επειδή φοβόταν μήπως αν μιλούσε στο εξωτερικό, του απαγόρευαν την είσοδο. Κι έκανε τότε εκείνη τη δήλωση που μας συγκλόνισε όλους μας, κι έδωσε κουράγιο στους νέους να συνεχίσουν τον αγώνα που είχαν αρχίσει πολύ νωρίτερα, και σε μερικούς πνευματικούς ανθρώπους το σύνθημα να κάνουν επιτέλους κι αυτοί το καθήκον τους. Έτσι πέρασαν άλλα δύο χρόνια, και μια μέρα, τέλη Αυγούστου ήταν, έμαθα, στην Αμοργό όπου περνούσα τις διακοπές μου, ότι ήταν πολύ άρρωστος.
[...]
Aπόσπασμα από το 'Η γιαγιά μου η Αθήνα και άλλα κείμενα' του Κώστα Ταχτσή
Σχόλια