Η αναπόφευκτη ανθηρότητα σου (επιλογές) – Γιώργος Μπλάνας


Η αναπόφευκτη ανθηρότητα σου (επιλογές) – Γιώργος Μπλάνας

α'

Ο πρώτος σου χειμώνας διάβηκε
σαν ζωγραφιά μπρος στο παράθυρό μου:
με δακρυσμένα μάτια την άνοιξη προσμένω.
Έξω χιονίζει· ένα χιόνι ζεστό σαν μπαμπάκι.
Πίσω απ'τους φράχτες κυνηγιούνται
τ' αγέννητα παιδιά μου
και του φωτός τα διάφανα πουλιά
χτυπούν το τζάμι, σκύβοντας να πιουν τα δάκρυα μου.

ε'

Έσπερνες ολόγλυκες τις νύχτες του καλοκαιριού:
σάλα ολόφωτη επάνω ο ουρανός
κι αρώματα μεθυστικά
όλο το φως της μέρας καμωμένο.
Πού χάθηκε εκείνη η παλιά σου απλοχεριά;
Ποια σκοτεινή ανάγκη σε φέρνει
επαίτη στη δύσκολη θύρα της μνήμης;
Περνούσες πολύχρωμο καράβι
στη γαλάζια απαντοχή μου.
Τώρα ψάβω το σώμα σου: βουβό.
Ψάβω τα χέρια μου: αίμα.

ζ'

Αφέθηκα στα ξύλινα χέρια σου,
ακούγοντας το χρόνο να δουλεύει
με βουλιμία στης νύχτας την καρδιά.
Μικρή παρηγοριά
τα δύσκαρπά σου δάχτυλα κι ακόμη
μικρότερη η απαντοχή των λιγοστών σου φύλλων.
Όμως δεν πέρασε ποτέ απ'το νου μου
πως υα μπορούσα να χαθώ σ' αυτόν τον κόσμο,
πλανούμενος σ'ένα δάσος αυτόχειρων προσδοκιών.
Όμως δε σκέφτηκα ποτέ πως θα μπορούσε
όλη αυτή η επίμονη κατεργασία του χρόνου να κενώσει
πίστεις και βεβαιότητες,
σχήματα, χρώματα κατακτημένα.
Αφέθηκα, δε σκέφτηκα, μ' ακόμη ελπίζω
στην αναπόφευκτη ανθηρότητά σου.

η'

Δεν είναι τόπος η ζωή
γι´ αυτόν που δέχτηκε το αγκάλιασμά σου.
Σ' όποια μέρα πατήσεις βουλιάζει,
σ' όποιαν ώρα σταθείς θα γκρεμίσει,
αφήνοντας μετέωρη εκείνη
την αυτονόητη συμμαχία ενάντια στο χρόνο,
αδειάζοντας το χώρο που είχαν γεμίσει μέσα σου οι άλλοι.
Δεν είναι τόπος η ζωή
γι' αυτόν που μόνος γύρισε από την αγκαλιά σου. 

ι'

Κουράστηκα πολύ να σε κρατήσω
μέσα στα όρια του δικού μου χρόνου·
κι ώρες-ώρες μ' εξόργιζε εκείνη
η παιδική σου επιμονή
να κρύβεσαι πίσω απ' το σχήμα των πραγμάτων
αφήνοντάς με μοναχό
με μιαν απορία φρικτή
για το πάθος μου να κλείσω
όλο το βλέμμα μου σε μιαν εικόνα,
όλη τη σκέψη μου σ' ένα τραγούδι.
Κουράστηκα καλώντας σε
κι όμως ήξερα πως όλοι
κάποτε μεγαλώνουμε - κι εσύ μαζί - 
ξεπερνώντας το σχήμα
του βλέμματός μας, τον ήχο
των τραγουδιών που σαλεύουν - 
ζούδια μηδαμινά - στα τεράστια δάχτυλά μας.
Κι όμως ήξερα πως άλλον
δεν έχεις να σε δει και να σ' ακούσει
απ' το ζούδι που σπαράζει εκλιπαρώντας
την τεράστια παρουσία των χεριών σου. 

ιε'

Δε σου ζητώ παρ' έναν κήπο φτωχικό:
ένα μικρό πυκνόφυτο περιβολάκι·
δυο - τρία δέντρα, μια γωνιά
να 'ρχεσαι τ' απογεύματα:
ο δροσερός καπετάνιος της γης,
καπνίζοντας ανταύγειες μεθυστικές,
και το πολύ-πολύ μια καλύβα λιτή,
μιαν ελάχιστη προσπάθεια του κενού να κλείσει κάτι
απ' τη γοργόφτερη πορεία των ανθρωπίνων.
Εγώ, στην πόρτα της ορθός,
βλέποντας ό,τι λάτρεψα να παίζει
παιχνίδια ριψιοκίνδυνα στο φως το δειλινό,
να σκέπτομαι: δε σου ζητώ
παρ' έναν κήπο φτωχικό, μονάχα αυτό.


Επιλογές από τη ποιητική συλλογή του Γιώργου Μπλάνα 
'Η αναπόφευκτη ανθηρότητά σου'

Σχόλια