...καλά, εσύ σκοτώθηκες νωρίς - Χρόνης Μίσσιος
...καλά, εσύ σκοτώθηκες νωρίς - Χρόνης Μίσσιος
[...]
[...]
Αποσπάσματα από το "...καλά, εσύ σκοτώθηκες νωρίς" - Χρόνης Μίσσιος
[...]
Θέλω να σου μιλήσω για τα παλιά, για την παρέα. Εσύ ήσουνα τυχερός, πέθανες τότε, και μάλιστα από σφαίρα. Εμείς, ασ' τα, σαν κότες μας σεργιανάγανε από κοτέτσι σε κοτέτσι: Κέρκυρα, Γεντί Κουλέ, Αβέρωφ, Αίγινα, Γυάρο, Αλικαρνασσό, Μακρονήσι, Άι Στράτη... Από γεωγραφία γίναμε ατσίδες, άσ' τα, κι από επαναστατική διαπαιδαγώγηση, που λένε, δεν πήγαμε πίσω... Να δείς αγώνες μελετημένους κάθε φορά που χάναμε και μπαίναμε στο κοτέτσι, να σου φύγει το καφάσι. Κάτι απεργίες πείνας τρελές, πέντε λεπτά παράταση στο άνοιγμα των κελιών, για να μας παίρνουν το πρωί και όχι αποβραδίς για εκτέλεση, και άλλα. Τους γαμήσαμε τη μάνα, που λένε.... Τι να σου πω, κάθε φορά που χάναμε και μπαίναμε στο κοτέτσι, βρίσκαμε το... επαναστατικό μας περιεχόμενο. Κι από χαφιέδες, άλλο πράμα, τι να σου πω. Περίεργοι άνθρωποι, αλήθεια. Εμείς βέβαια τους είχαμε απομονωμένους, τους βρίζαμε, γενικά τους κάναμε τη ζωή δύσκολη, αλλά αυτοί εκεί, μαζί μας, στη φυλακή, στο ξύλο, στην πείνα, στο εκτελεστικό απόσπασμα, τι να σ' τα λέω... Βέβαια, μετά από κάποια ολομέλεια, άλλοι αποκατασταίνονταν και κάποιοι άλλοι γίνονταν χαφιέδες... Βλέπεις, δεν μπορούσαμε να κάνουμε χωρίς αυτούς, μας είχαν γίνει απαραίτητοι. Χεσ' τα τώρα, τι σε ζαλίζω μ' αυτά, ξέρεις, της κοντής ψωλής, τα μαλλιά της φταίνε...
[...]
[...]
Τον ξαναβρήκα μετά από δέκα δώδεκα χρόνια στο μεταγωγών του Πειραιά. Πηγαίναμε για εξορία στον Άι-Στράτη. Μόλις μπήκαμε μέσα, με γνώρισε. Κροπότκιν! ακούω - όλοι σχεδόν οι ποινικοί έτσι με φώναζαν - δεν ξέρω πως έμαθαν για τον Κροπότκιν, κ από κει και πέρα όλους τους πολιτικούς τους φώναζαν "Κροπότκιν". Κατάλαβα αμέσως πώς κάποιο κουτσάβι ήτανε, που να φανταστώ όμως πως θα 'τανε ο Ζάφτης, εκείνος ήταν περίπου στην ηλικία μου, και θεριό. Όπως έμαθα μετά, το 'χε ρίξει στη σκόνη και ήταν σαν ογδόντα χρονώ... Τέλος, μόλις ταχτοποιηθήκαμε, μας βάλανε βέβαια σε χωριστό κελί, ακούω τον Ζάφτη από δίπλα να φωνάζει: Κύριε χωροφύλαξ! Δεν απαντάει κανείς. Κύριε νοματάρχααααα! Τίποτα. Κύριε διοικητάαααα! Τίποτα. Ρε χαμούρεεεες! Τέλος, με τα πολλά, βγαίνει στο μπαλκόνι ένας αξιωματικός και του λέει, τι είναι πάλι, ρε Ζάφτη, τι θέλεις; Θέλω να μ' ανοίξετε να βγω έξω. Δεν είναι ώρα ακόμα, και σκάσε μην κατέβω κάτω και σε κάνω να ξεράσεις αίμα. Τότε του λέει ο Ζάφτης, κατέβα, μωρή χαμούρα, και θα μου κλάσεις τ' αρχίδι το αριστερό, μωρή κουφάλα! Γυρίζει προς το κελί μας και φωνάζει: Κροπότκιν, το 'πιασες; για να της πονέσει της πουτάνας... Ήθελε να μου πει πως η επιλογή του αριστεριού του αρχιδιού σήμαινε και την... ιδεολογική του τοποθέτηση.
[...]
[...]
Πέτρα, αργιλόχωμα, ένας βράχος φορτωμένος οδύνη και ανθρώπινη ταπείνωση, αγριότητα και ντροπή για κείνους που συγκέντρωσαν εδώ όλα τα κοινωνικά κατακάθια για να "αναμορφώσουν" αυτούς που σε δύσκολους καιρούς εκπροσώπησαν την παλικαριά, την αρετή, την τόλμη και την αγάπη αυτού του λαού για τον τόπο του και την ιστορία του. Το μυαλό μου δεν μπορεί για πολύ να κρατηθεί σ' αυτή την άγρια ιστορική μνήμη, είναι προνόμιο αυτού του τόπου, και στα πιό λιτά τοπία του, να αισιοδοξεί αμετάκλητα, να εξανθρωπίζει. Για μένα που πέρασα τόσα χρόνια στα μπουντρούμια των φυλακών, χωρίς φως και αέρα, χωρίς ορίζοντα, αυτός ο τόπος, το φτωχό χώμα, ο βράχος, ο αέρας, η θάλασσα, ο ήλιος, αυτός ο ορίζοντας, μπαίνουν μέσα μου και με κατακτούν. Σε κάθε ίνα του κορμιού μου εναποθέτουν την αισιοδοξία και την εντολή, ό,τι κι αν γίνει, να παραμείνω παιδί αυτού του τόπου και της ιστορίας του, να παραμείνω άνθρωπος.
[...]
Αποσπάσματα από το "...καλά, εσύ σκοτώθηκες νωρίς" - Χρόνης Μίσσιος
Σχόλια