Καρχαρίες - Γιενς Μπιέρνεμπου


Kαρχαρίες - Γιενς Μπιέρνεμπου

[...]


   "Το βλέπω! Το βλέπω!" φώναζε ο Βέλγος: "Το φλεγόμενο άρμα έρχεται μέσα σ' ένα σύννεφο!"
   Σχεδόν κανένας δεν καταλάβαινε τα λόγια, αλλά όλοι καταλάβαιναν τι εννοούσε, γιατί καθώς φώναζε έδειχνε κατά τον ουρανό. Οι δυό πιάστηκαν χέρι-χέρι κι ο χόρός έγινε τώρα άγριος, εκστατικός. Θά 'λεγε κανείς ότι το πλήρωμα δεν έβρισκε πια το θέαμα αστείο, αλλά είχε αρχίσει να νιώθει δέος. Οπωσδήποτε, οι θεατές είχαν αρκετά σκοτεινή έκφραση, καθώς παρακολουθούσαν αυτό το ξέσπασμα των ποσειδώνιων δυνάμεων, το γεμάτο οράματα και τρέλα.
   Για πολλούς από τους άνδρες του πληρώματος, άλλωστε, δεν υπήρχε διαφορά ανάμεσα στην τρέλα και την επαφή με το θείο. Μάγοι, σαμάνοι, νυχτερινά όργια και άγριοι, τελετουργικοί χοροί, δαίμονες και δαιμονομανία ήταν τα φυσικά συστατικά της παιδικής ηλικίας τους. Οι λευκοί ήταν σχεδόν οι μόνοι που δεν είχαν κανένα δεσμό με το υπερφυσικό.
   Το περίεργο ήταν ότι ίσα-ίσα δυο λευκοί είχαν τώρα επαφή, αν όχι με το υπερφυσικό, πάντως με το υποφυσικό, με τα κατώτερα πνεύματα στο βασίλειο του Ποσειδώνα.
   Ο πρώτος υποπλοίαρχος αποσπάστηκε από τη λαβή του λα Φονταίν.
   "Δέστε, θ αναληφθώ ζωντανός στη στρατιά των λυτρωμένων, στις ουράνιες στρατιές, στους αγγέλους, στους αρχαγγέλους, στις θείες δυνάμεις, στον θείο θρόνο, στα σεραφείμ και τα χερουβείμ, ενώ εσείς θα σαπίσετε στα νερά της θάλασσας!"  
   Κουνώντας τα χέρια σαν τεράστιο πουλί, άρχισε να κάνει κύκλους στο κατάστρωμα, επαναλαμβάνοντας ολοένα:
   "Θ' αναληφθώ ζωντανός στους ουρανούς!"
  "Θ' αναλφθεί ζωντανός!" φώναξε ο καμαρότος, αυτή τη φορά στ' αγγλικά. Τους βλέπω ακόμα μπροστά μου και τους δυο, εικόνες της ολοκληρωτικής ρήξης δυο απελπισμένων ανθρώπων με την πραγματικότητα· αυτή ήταν η απάντησή μας στις αινιγματικές, ακατάληπτες συνθήκες της ύπαρξής μας. Κι οι δυο τους, μέσα στην αρχέγονη, στη στοιχειακή, διάστροφη μοναξιά τους δεν είχαν να χάσουν τίποτ' άλλο έξω από το λογικό τους, και τώρα το είχαν χάσει.
   "Στη θεία βασιλεία, την Ημέρα της Κρίσεως!" φώναξε ο υποπλοίαρχος κι έμεινε ακίνητος. Έπειτα έκανε κάτι που μόνο ένας ναυτικός μπορεί να κάνει: άρπαξε με το ένα χέρι τα ξάρτια και με την ευκολία ενός πιθήκου σκαρφάλωσε στο παραπέτο. Στάθηκε εκεί πάνω όρθιος, δυο μέτρα ψηλός, γυμνός ασπριδερός και τριχωτός.
   Άφησε το ξάρτι, άπλωσε τα χέρια προς τον ουρανό και μ' όλη τη δύναμη των πνευμόνων του έβγαλε ένα μακρόσυρτο ουρλιαχτό, γεμάτο πόνο. Έπειτα πέταξε.
    Δυο ουρές μαστίγωσαν τον αφρό, ένα πτερύγιο έσκισε την επιφάνεια της θάλασσας. Μια άσπρη, μακρουλή κοιλιά άστραψε τον ήλιο.
   Το μεσημέρι ο Πατ, τρέμοντας ακόμα, έστρωσε το τραπέζι για τέσσερις. 

[...]

Απόσπασμα από 'Kαρχαρίες (Ιστορία ενός ναυαγίου)' - Γιενς Μπιέρνεμπου 

Σχόλια